αιθυλοβενζόλιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιθυλοβενζόλιο αιθυλοβενζόλια
γενική αιθυλοβενζολίου αιθυλοβενζολίων
αιτιατική αιθυλοβενζόλιο αιθυλοβενζόλια
κλητική αιθυλοβενζόλιο αιθυλοβενζόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιθυλοβενζόλιο < αιθύλιο + βενζόλιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιθυλοβενζόλιο ουδέτερο

  1. (χημεία), (βιοχημεία): οργανική χημική ένωση που παράγεται κυρίως με αιθυλίωση του βενζολίου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]