αιθύλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιθύλιο αιθύλια
γενική αιθυλίου αιθυλίων
αιτιατική αιθύλιο αιθύλια
κλητική αιθύλιο αιθύλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αιθύλιο < αρχαία ελληνική αἰθήρ + ὕλη < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική éthyle

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αιθύλιο ουδέτερο

  1. (χημεία) ένα αλκύλιο που έχει 2 άτομα άνθρακα και 5 υδρογόνου (C2H5), ένας υδρογονάνθρακας, μία μονοσθενής οργανική ρίζα


32πχ Μεταφράσεις[]