αιλουροειδές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αιλουροειδές τα αιλουροειδή
      γενική του αιλουροειδούς των αιλουροειδών
    αιτιατική το αιλουροειδές τα αιλουροειδή
     κλητική αιλουροειδές αιλουροειδή
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιλουροειδές < αίλουρος + -ειδές < είδος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιλουροειδές ουδέτερο

  1. θηλαστικό σαρκοφάγο ζώο της οικογένειας Felidae στην οποία ανήκουν η γάτα, ο πάνθηρας, το πούμα κ.ά.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]