αιμασιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιμασιά οι αιμασιές
      γενική της αιμασιάς των αιμασιών
    αιτιατική την αιμασιά τις αιμασιές
     κλητική αιμασιά αιμασιές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμασιά < αρχαία ελληνική αἱμασιά < αἱμός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seh₂ip- (φράκτης)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμασιά θηλυκό

  1. φράχτης από μικρές πλατιές πέτρες χωρίς αρμό, η ξερολιθιά
  2. ξερολιθιά που συγκρατεί το χώμα σε πλαγιά, η πεζούλα
  3. φράχτης από φυσικούς θάμνους ή κλαδιά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]