αιμοβόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμοβόρος < αίμα + -βόρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αιμοβόρος, -α, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που τρέφεται με αίμα
  2. (μεταφορικά) που θέλει να σκοτώνει και να προκαλεί αιματοχυσία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]