αιμοδοσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιμοδοσία οι αιμοδοσίες
      γενική της αιμοδοσίας των αιμοδοσιών
    αιτιατική την αιμοδοσία τις αιμοδοσίες
     κλητική αιμοδοσία αιμοδοσίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμοδοσία < (μεταφραστικό δάνειο) blood donation

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.mɔ.ðɔ.ˈsi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμοδοσία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]