αιμοκάθαρση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμοκάθαρση < αίμα + κάθαρση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμοκάθαρση θηλυκό

  • μέθοδος για την τεχνητή αποβολή των τοξικών ουσιών από το αίμα· εφαρμόζεται σε ασθενείς που πάσχουν κυρίως από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και αδυνατούν πλέον να αποβάλουν τοξικές για τον οργανισμό ουσίες από το αίμα τους
Η αιμοκάθαρση πραγματοποιείται με δύο κύριους τρόπους, τον τεχνητό νεφρό και τις περιτοναϊκές πλύσεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]