αιμοσταγής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιμοσταγής αιμοσταγής αιμοσταγές
γενική αιμοσταγούς αιμοσταγούς αιμοσταγούς
αιτιατική αιμοσταγή αιμοσταγή αιμοσταγές
κλητική αιμοσταγή(ής) αιμοσταγής αιμοσταγές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιμοσταγείς αιμοσταγείς αιμοσταγή
γενική αιμοσταγών αιμοσταγών αιμοσταγών
αιτιατική αιμοσταγείς αιμοσταγείς αιμοσταγή
κλητική αιμοσταγείς αιμοσταγείς αιμοσταγή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμοσταγής < αρχαία ελληνική αἱμοσταγής < αἷμα + -σταγής < στάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.mɔ.sta.ˈʝis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛ.mɔ.sta.ˈʝɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αιμοσταγής, -ής, -ές

  1. (κυριολεκτικά) που στάζει αίμα
  2. (μεταφορικά) που έχει βίαιη κι απάνθρωπη συμπεριφορά, χωρίς αναστολές ή ενοχή
    αιμοσταγής τύραννος / δολοφόνος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]