αιμοσφαίριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αιμοσφαίριο τα αιμοσφαίρια
      γενική του αιμοσφαιρίου
αιμοσφαίριου
των αιμοσφαιρίων
    αιτιατική το αιμοσφαίριο τα αιμοσφαίρια
     κλητική αιμοσφαίριο αιμοσφαίρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμοσφαίριο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμοσφαίριο ουδέτερο

  1. κύτταρο του αίματος, είτε λευκό είτε ερυθρό
    τα ερυθρά αιμοσφαίρια μεταφέρουν οξυγόνο σε διάφορα μέρη του σώματος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]