αιρετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αἱρετικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιρετικός αιρετική αιρετικό
γενική αιρετικού αιρετικής αιρετικού
αιτιατική αιρετικό αιρετική αιρετικό
κλητική αιρετικέ αιρετική αιρετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιρετικοί αιρετικές αιρετικά
γενική αιρετικών αιρετικών αιρετικών
αιτιατική αιρετικούς αιρετικές αιρετικά
κλητική αιρετικοί αιρετικές αιρετικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιρετικός < μεσαιωνική ελληνική αἱρετικός (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική αἱρετικός < αἱρέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αιρετικός, -ή, -ό

  1. (θρησκεία) που έχει σχέση με αίρεση ή την υποστηρίζει
  2. (μεταφορικά) που έχει διαφορετικές απόψεις από τις συνηθισμένες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιρετικός αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]