αισθητής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αἰσθητής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αισθητής αισθητές
γενική αισθητή αισθητών
αιτιατική αισθητή αισθητές
κλητική αισθητή αισθητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισθητής < αρχαία ελληνική αἰσθητής ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική esthète)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αισθητής αρσενικό

  1. πρόσωπο που θεωρεί το ωραίο θεμελιώδη αξία και υπέρτατο αγαθό και γι' αυτό αφοσιώνεται με πάθος στην υπηρεσία της τέχνης, την οποία και συλλαμβάνει μόνο ως επιδίωξη της ομορφιάς, πέρα από κάθε ηθική, κοινωνική ή παιδευτική διάσταση (που πιστεύει δηλαδή στο δόγμα "η τέχνη για την τέχνη")
  2. πρόσωπο που υιοθετεί τους τρόπους, το ύφος και τη συμπεριφορά καλλιτέχνη ή φιλότεχνου για λόγους κοινωνικής προβολής

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αισθητής