αισθητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αισθητικός αισθητική αισθητικό
γενική αισθητικού αισθητικής αισθητικού
αιτιατική αισθητικό αισθητική αισθητικό
κλητική αισθητικέ αισθητική αισθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισθητικοί αισθητικές αισθητικά
γενική αισθητικών αισθητικών αισθητικών
αιτιατική αισθητικούς αισθητικές αισθητικά
κλητική αισθητικοί αισθητικές αισθητικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισθητικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αισθητικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στην ομορφιά και την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
    αισθητική αγωγή, αισθητικοί κανόνες
  2. σχετικός με την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος
    αισθητική αποκατάσταση, αισθητική χειρουργική
  3. (ιατρική) σχετικός με τις αισθήσεις
    αισθητικό νεύρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αισθητικός οι αισθητικοί
      γενική του αισθητικού των αισθητικών
    αιτιατική τον αισθητικό τους αισθητικούς
     κλητική αισθητικέ αισθητικοί
Παράρτημα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αισθητικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασχολείται με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
  2. που ασχολείται επαγγελματικά με την ομορφιά και την περιποίηση του ανθρώπινου σώματος, π.χ. των μαλλιών, των νυχιών, του προσώπου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]