αισθητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αισθητικός αισθητική αισθητικό
γενική αισθητικού αισθητικής αισθητικού
αιτιατική αισθητικό αισθητική αισθητικό
κλητική αισθητικέ αισθητική αισθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισθητικοί αισθητικές αισθητικά
γενική αισθητικών αισθητικών αισθητικών
αιτιατική αισθητικούς αισθητικές αισθητικά
κλητική αισθητικοί αισθητικές αισθητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αισθητικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

αισθητικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στην ομορφιά και την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
    αισθητική αγωγή, αισθητικοί κανόνες
  2. σχετικός με την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος
    αισθητική αποκατάσταση, αισθητική χειρουργική
  3. (ιατρική) σχετικός με τις αισθήσεις
    αισθητικό νεύρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αισθητικός αισθητικοί
γενική αισθητικού αισθητικών
αιτιατική αισθητικό αισθητικούς
κλητική αισθητικέ αισθητικοί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αισθητικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασχολείται με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
  2. που ασχολείται επαγγελματικά με την ομορφιά και την περιποίηση του ανθρώπινου σώματος, πχ των μαλλιών, των νυχιών, του προσώπου

32πχ Μεταφράσεις[]