αισθητιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αισθητιστικός αισθητιστική αισθητιστικό
γενική αισθητιστικού αισθητιστικής αισθητιστικού
αιτιατική αισθητιστικό αισθητιστική αισθητιστικό
κλητική αισθητιστικέ αισθητιστική αισθητιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισθητιστικοί αισθητιστικές αισθητιστικά
γενική αισθητιστικών αισθητιστικών αισθητιστικών
αιτιατική αισθητιστικούς αισθητιστικές αισθητιστικά
κλητική αισθητιστικοί αισθητιστικές αισθητιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισθητιστικός < αισθητισμός + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αισθητιστικός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]