αισθητοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισθητοποιώ < αισθητός + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) rendre sensible)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αισθητοποιώ (παθητική φωνή: αισθητοποιούμαι)

  • παρουσιάζω κάτι ή το περιγράφω, ώστε να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]