αισθητός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αισθητός αισθητή αισθητό
γενική αισθητού αισθητής αισθητού
αιτιατική αισθητό αισθητή αισθητό
κλητική αισθητέ αισθητή αισθητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισθητοί αισθητές αισθητά
γενική αισθητών αισθητών αισθητών
αιτιατική αισθητούς αισθητές αισθητά
κλητική αισθητοί αισθητές αισθητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισθητός < αἴσθησις (η αντίληψη και η κατανόηση) < αἰσθάνομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.sθi.ˈtɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αισθητός, -η -ο

  1. που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις
ο σεισμός έγινε αισθητός σε όλη τη νοτιοδυτική χώρα
  1. σημαντικός, αξιοσημείωτος
δεν υπάρχει αισθητή διαφορά
  1. έντονος, που προκαλεί αίσθηση
η απουσία της ήταν αισθητή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]