αισχροκέρδεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αισχροκέρδεια αισχροκέρδειες
γενική αισχροκέρδειας αισχροκερδειών
αιτιατική αισχροκέρδεια αισχροκέρδειες
κλητική αισχροκέρδεια αισχροκέρδειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισχροκέρδεια < αισχρό + κέρδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αισχροκέρδεια θηλυκό

  1. η επιδίωξη ή επίτευξη αισχρού (παράνομου) κέρδους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]