αισχρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισχρός < αρχαία ελληνική αἰσχρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αισχρός

  1. που είναι κατάφωρα αντίθετος με τους ηθικούς κανόνες και προκαλεί ντροπή
    αυτός είναι ένας αισχρός συκοφάντης
    αισχρή ενέργεια
  2. που προσβάλλει τα γενετήσια ήθη, άσεμνος
  3. (για αντικείμενα) απαράδεκτος λόγω της πολύ χαμηλής του ποιότητας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]