αισχρότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αισχρότητα αισχρότητες
γενική αισχρότητας αισχροτήτων
αιτιατική αισχρότητα αισχρότητες
κλητική αισχρότητα αισχρότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αισχρότητα < αισχρός + -ότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αισχρότητα θηλυκό

  1. συμπεριφορά, φέρσιμο που αποτελεί πρόκληση προς την ηθική

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]