αισχύνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αισχύνη | οι | αισχύνες |
| γενική | της | αισχύνης | των | αισχυνών |
| αιτιατική | την | αισχύνη | τις | αισχύνες |
| κλητική | αισχύνη | αισχύνες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αισχύνη < αρχαία ελληνική αἰσχύνη < αἰσχύνω
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αισχύνη θηλυκό