αιτιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

  1. θεωρώ ως αιτία, αιτιολογώ υποκειμενικά (θεωρείται προβληματική σημασία, έχει καθιερωθεί η σημασία κατηγορώ)
  2. αποτελώ αιτία (προτιμάται το αιτιάζομαι, σχεδόν πάντα σημαίνει κατηγορούμαι)
  3. (κατ' επέκταση) κατηγορώ