αιφνιδιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιφνιδιάζομαι < παθητική φωνή του αιφνιδιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αιφνιδιάζομαι

  1. εκπλήσσομαι δυσάρεστα επειδή συνέβη κάτι αιφνίδιο, βρίσκομαι απροετοίμαστος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]