αιφνιδιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αιφνιδιάζω < αιφνίδιος

Open book 01.svg Ρήμα[]

αιφνιδιάζω

  1. κάνω κάτι χωρίς να το περιμένει κανείς, ξαφνιάζω κάποιον
    η πρόταση νόμου από την αντιπολίτευση αιφνιδίασε την κυβέρνηση
  2. (ειδικότερα) επιτίθεμαι σε αντίπαλο την ώρα που εκείνος είναι ανέτοιμος να αμυνθεί
    η ομάδα καταδρομών με νυχτερινή έφοδο αιφνιδίασε τον εχθρό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]