αιχμαλωτίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιχμαλωτίζω < ελληνιστική κοινή αἰχμαλωτίζω < αἰχμάλωτος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αιχμαλωτίζω, πρτ.: αιχμαλώτιζα, στ.μέλλ.: θα αιχμαλωτίσω, αόρ.: αιχμαλώτισα, παθ.φωνή: αιχμαλωτίζομαι, μτχ.π.π.: αιχμαλωτισμένος

  1. πιάνω κάποιον αιχμάλωτο
  2. (μεταφορικά) σαγηνεύω
    η μουσική αυτή αιχμαλωτίζει τον ακροατή με την υποβλητικότητά της

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]