αιωρούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιωρούμενος αιωρούμενη αιωρούμενο
γενική αιωρούμενου αιωρούμενης αιωρούμενου
αιτιατική αιωρούμενο αιωρούμενη αιωρούμενο
κλητική αιωρούμενε αιωρούμενη αιωρούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιωρούμενοι αιωρούμενες αιωρούμενα
γενική αιωρούμενων αιωρούμενων αιωρούμενων
αιτιατική αιωρούμενους αιωρούμενες αιωρούμενα
κλητική αιωρούμενοι αιωρούμενες αιωρούμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιωρούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αιωρούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αιωρούμενος, -η, -ο

  1. που αιωρείται


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]