αιώρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μία αιώρα ανάμεσα σε δέντρα μιας παραλίας


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιώρα οι αιώρες
      γενική της αιώρας των αιωρών
    αιτιατική την αιώρα τις αιώρες
     κλητική αιώρα αιώρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιώρα < αρχαία ελληνική αἰώρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιώρα θηλυκό

  • πανί ή δίχτυ που χρησιμεύει ως αιωρούμενο κρεβάτι, καθώς δένεται σε δύο σταθερά σημεία έτσι ώστε να μπορεί να κουνιέται ανάμεσα σ' αυτά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]