ακέφαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακέφαλος < στερητικό α- + κεφαλή

Επίθετο[επεξεργασία]

ακέφαλος, , -ο

  1. (κυριολεκτικά) που δεν έχει κεφάλι
    ο ακέφαλος καβαλάρης
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει αρχηγό, διευθυντή, κάποιον που τον οδηγεί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]