ακαθόριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαθόριστος ακαθόριστη ακαθόριστο
γενική ακαθόριστου ακαθόριστης ακαθόριστου
αιτιατική ακαθόριστο ακαθόριστη ακαθόριστο
κλητική ακαθόριστε ακαθόριστη ακαθόριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαθόριστοι ακαθόριστες ακαθόριστα
γενική ακαθόριστων ακαθόριστων ακαθόριστων
αιτιατική ακαθόριστους ακαθόριστες ακαθόριστα
κλητική ακαθόριστοι ακαθόριστες ακαθόριστα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαθόριστος < α- στερητικό + καθορίζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακαθόριστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει καθοριστεί με ακρίβεια ή δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί
    μια ακαθόριστη ανησυχία δεν με άφηνε να κοιμηθώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]