ακακία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

τα σύνθετα φύλλα της ακακίας

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kaˈci.a/


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακακία οι ακακίες
      γενική της ακακίας των ακακιών
    αιτιατική την ακακία τις ακακίες
     κλητική ακακία ακακίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακακία < αρχαία ελληνικήἀκακία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακακία θηλυκό

  1. (βοτανική) δέντρο ή θάμνος του γένους Acacia, με σύνθετα φύλλα και άσπρα ή κίτρινα άνθη· μερικά είδη έχουν μικρά σκληρά αγκάθια
  2. συνήθης ονομασία του φυτού Ροβίνια η ψευδοακακία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]