ακαλυτέρευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαλυτέρευτος ακαλυτέρευτη ακαλυτέρευτο
γενική ακαλυτέρευτου ακαλυτέρευτης ακαλυτέρευτου
αιτιατική ακαλυτέρευτο ακαλυτέρευτη ακαλυτέρευτο
κλητική ακαλυτέρευτε ακαλυτέρευτη ακαλυτέρευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαλυτέρευτοι ακαλυτέρευτες ακαλυτέρευτα
γενική ακαλυτέρευτων ακαλυτέρευτων ακαλυτέρευτων
αιτιατική ακαλυτέρευτους ακαλυτέρευτες ακαλυτέρευτα
κλητική ακαλυτέρευτοι ακαλυτέρευτες ακαλυτέρευτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαλυτέρευτος < α- + καλυτερεύω + -τος < μεσαιωνική ελληνική καλυτερεύω < καλύτερος + -εύω < καλός < αρχαία ελληνική καλός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακαλυτέρευτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]