ακαματεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαματεύω < μεσαιωνική ελληνική ἀκαματεύω < ἀκαμάτης < α στερητικό και αρχαία ελληνική κάματος (ο τεμπέλης) με διαφορετικό τονισμό από το αρχαιοελληνικό ἀκάματος που σήμαινε ακριβώς το αντίθετο, τον ακαταπόνητο δηλαδή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακαματεύω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]