ακανόνιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακανόνιστος < ελληνιστική κοινήἀκανόνιστος

Επίθετο[επεξεργασία]

ακανόνιστος

  1. ο ασύμμετρος, χωρίς τις αναμενόμενες αναλογίες σε χρόνους, μορφή, ρυθμό
    ακανόνιστοι παλμοί καρδιάς, ακανόνιστα χαρακτηριστικά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]