ακατάπαυστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατάπαυστος < ελληνιστική κοινή < ἀ- στερητικό + καταπαύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακατάπαυστος, -η, -ο και ακατάπαυτος

  1. που εξακολουθεί χωρίς παύση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]