ακαταλαβίστικα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαταλαβίστικα < ακαταλαβίστικος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ακαταλαβίστικα

  1. χωρίς να μπορεί κανείς να καταλάβει τι ειπώθηκε
    μιλούσε ακαταλαβίστικα


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ακαταλαβίστικα ουδέτερο

  1. ακαταλαβίστικο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού