ακαταμάχητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακαταμάχητος < ελληνιστική κοινή ἀκαταμάχητος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ακαταμάχητος

  1. ο ακατανίκητος, που είναι αδύνατον να του αντισταθείς, που είναι πολύ ισχυρότερος
    ακαταμάχητη γοητεία, ακαταμάχητα επιχειρήματα

32πχ Μεταφράσεις[]