ακαταπόνητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαταπόνητος ακαταπόνητη ακαταπόνητο
γενική ακαταπόνητου ακαταπόνητης ακαταπόνητου
αιτιατική ακαταπόνητο ακαταπόνητη ακαταπόνητο
κλητική ακαταπόνητε ακαταπόνητη ακαταπόνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαταπόνητοι ακαταπόνητες ακαταπόνητα
γενική ακαταπόνητων ακαταπόνητων ακαταπόνητων
αιτιατική ακαταπόνητους ακαταπόνητες ακαταπόνητα
κλητική ακαταπόνητοι ακαταπόνητες ακαταπόνητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαταπόνητος < α- στερητικό + καταπονώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακαταπόνητος, -η, -ο

  1. για άνθρωπο που δεν καταπονείται όσο όγκο δουλειάς κι αν αντιμετωπίσει
  2. για δραστηριότητα που χαρακτηρίζει έναν τέτοιο άνθρωπο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]