ακατόρθωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατόρθωτος < ελληνιστική κοινή ἀκατόρθωτος < ἀ- στερητικό + κατορθωτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακατόρθωτος, -η, -ο

  1. που δεν μπορεί κανείς να τον καταφέρει, να τον πραγματοποιήσει, λόγω της εξαιρετικά μεγάλης δυσκολίας του
    ακατόρθωτος άθλος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]