ακμάζων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακμάζων ακμάζουσα ακμάζον
γενική ακμάζοντος ακμάζουσας
(ακμαζούσης)
ακμάζοντος
αιτιατική ακμάζοντα ακμάζουσα ακμάζον
κλητική ακμάζων ακμάζουσα ακμάζον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακμάζοντες ακμάζουσες ακμάζοντα
γενική ακμαζόντων ακμαζουσών ακμαζόντων
αιτιατική ακμάζοντες ακμάζουσες ακμάζοντα
κλητική ακμάζοντες ακμάζουσες ακμάζοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακμάζων < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ἀκμάζων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀκμάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ακμάζων (αρσενικό), ακμάζουσα (θηλυκό), ακμάζον (ουδέτερο)

  • που ακμάζει
    παρ' όλο που είναι ακμάζων κλάδος της βιομηχανίας, ακόμη δεν κάνει αρκετές εξαγωγές

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]