ακμαίος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ακμαίος | η | ακμαία | το | ακμαίο |
| γενική | του | ακμαίου | της | ακμαίας | του | ακμαίου |
| αιτιατική | τον | ακμαίο | την | ακμαία | το | ακμαίο |
| κλητική | ακμαίε | ακμαία | ακμαίο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ακμαίοι | οι | ακμαίες | τα | ακμαία |
| γενική | των | ακμαίων | των | ακμαίων | των | ακμαίων |
| αιτιατική | τους | ακμαίους | τις | ακμαίες | τα | ακμαία |
| κλητική | ακμαίοι | ακμαίες | ακμαία | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ακμαίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκμαῖος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική florissant[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /akˈme.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ακ‐μαί‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]ακμαίος -α -ο
- που βρίσκεται στην ακμή του, που ακμάζει
ένας ακμαίος πολιτισμός
- δυνατός, ισχυρός, με σωματικές και πνευματικές δυνάμεις
παρά τα χρόνια του παραμένει ακόμα ακμαίος- ※ Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32ο αδρανοποιούνται και άνω των 36ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ακμαίος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)