ακμαίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀκμαῖος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακμαίος ακμαία ακμαίο
γενική ακμαίου ακμαίας ακμαίου
αιτιατική ακμαίο ακμαία ακμαίο
κλητική ακμαίε ακμαία ακμαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακμαίοι ακμαίες ακμαία
γενική ακμαίων ακμαίων ακμαίων
αιτιατική ακμαίους ακμαίες ακμαία
κλητική ακμαίοι ακμαίες ακμαία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακμαίος < αρχαία ελληνική ἀκμαῖος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ak.ˈmɛ.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακμαίος -α -ο

  1. που βρίσκεται στην ακμή του, που ακμάζει
    ένας ακμαίος πολιτισμός
  2. δυνατός, ισχυρός, με σωματικές και πνευματικές δυνάμεις
    παρά τα χρόνια του παραμένει ακόμα ακμαίος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]