ακοίταχτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακοίταχτος ακοίταχτη ακοίταχτο
γενική ακοίταχτου ακοίταχτης ακοίταχτου
αιτιατική ακοίταχτο ακοίταχτη ακοίταχτο
κλητική ακοίταχτε ακοίταχτη ακοίταχτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακοίταχτοι ακοίταχτες ακοίταχτα
γενική ακοίταχτων ακοίταχτων ακοίταχτων
αιτιατική ακοίταχτους ακοίταχτες ακοίταχτα
κλητική ακοίταχτοι ακοίταχτες ακοίταχτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακοίταχτος < α στερητικό + κοιτά(ζω) + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακοίταχτος, η, ο

  1. αφρόντιστος, που δεν έχει πάει σε ειδικό (συνήθως εννοούμενο τον γιατρό) να τον κοιτάξει για να διαπιστώσει τι του συμβαίνει
    αρρώστησε γιατί φρόντιζε τα παιδιά της και η ίδια έμενε ακοίταχτη
  2. για πράγμα που κάποιος παρέλειψε να ελέγξει ενώ θα έπρεπε
    Πολλά χειρόγραφα έμειναν ακοίταχτα και είχαν παραλείψεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]