ακομοδέσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακομοδέσιο < αγγλική accommodation

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακομοδέσιο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος): ο στεγασμένος χώρος, υπερκατασκευή του πλοίου που προορίζονται για τη διαμονή πληρώματος και επιβατών, π.χ. καμπίνες, τραπεζαρίες κλπ., (που βρίσκονται πάνω από το κύριο κατάστρωμα).
  2. (συνεκδοχικά) (οικείο) το υπερυψωμένο τμήμα του πλοίου που περιλαμβάνει ενδιαιτήματα, όπου κατά θέση διακρίνεται σε πρόστεγο, μεσόστεγο και επίστεγο.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]