ακομπανιάρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακομπανιάρισμα τα ακομπανιαρίσματα
      γενική του ακομπανιαρίσματος των ακομπανιαρισμάτων
    αιτιατική το ακομπανιάρισμα τα ακομπανιαρίσματα
     κλητική ακομπανιάρισμα ακομπανιαρίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακομπανιάρισμα < ακομπανιάρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακομπανιάρισμα ουδέτερο

  1. ακομπανιαμέντο, μουσική συνοδεία σε τραγούδι ή σε μουσικό κομμάτι, εκτέλεση συγχοδίας από ένα ή περισσότερα άτομα
  2. (μεταφορικά) η υποστήριξη και ενίσχυση μιας ενέργειας η οποία συνήθως συναντά ενστάσεις ή αντιδράσεις


Μεταφράσεις[επεξεργασία]