Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακοντίστρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακοντίστρια οι ακοντίστριες
      γενική της ακοντίστριας των ακοντιστριών
    αιτιατική την ακοντίστρια τις ακοντίστριες
     κλητική ακοντίστρια ακοντίστριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η ακοντίστρια Kate Schmidt το 1976

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ακοντίστρια < ακοντιστής + -τρια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ακοντίστρια θηλυκό

(αθλητισμός)  δείτε τη λέξη  ακοντιστής

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]