Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακοομετρικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακοομετρικός η ακοομετρική το ακοομετρικό
      γενική του ακοομετρικού της ακοομετρικής του ακοομετρικού
    αιτιατική τον ακοομετρικό την ακοομετρική το ακοομετρικό
     κλητική ακοομετρικέ ακοομετρική ακοομετρικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακοομετρικοί οι ακοομετρικές τα ακοομετρικά
      γενική των ακοομετρικών των ακοομετρικών των ακοομετρικών
    αιτιατική τους ακοομετρικούς τις ακοομετρικές τα ακοομετρικά
     κλητική ακοομετρικοί ακοομετρικές ακοομετρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ακοομετρικός < ακοομετρία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική audiométrique[1] ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική audiometric[1])

Επίθετο

[επεξεργασία]

ακοομετρικός

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. 1 2 ακοομετρικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)