ακουαρέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακουαρέλα ακουαρέλες
γενική ακουαρέλας ακουαρελών
αιτιατική ακουαρέλα ακουαρέλες
κλητική ακουαρέλα ακουαρέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακουαρέλα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακουαρέλα θηλυκό

  1. η υδατογραφία
  2. είδος χαρτιού το οποίο χρησιμοποιείται για υδατογραφίες
  3. το υλικό, η νερομπογιά που χρησιμοποιείται για την υδατογραφία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]