ακουβάλητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακουβάλητος ακουβάλητη ακουβάλητο
γενική ακουβάλητου ακουβάλητης ακουβάλητου
αιτιατική ακουβάλητο ακουβάλητη ακουβάλητο
κλητική ακουβάλητε ακουβάλητη ακουβάλητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακουβάλητοι ακουβάλητες ακουβάλητα
γενική ακουβάλητων ακουβάλητων ακουβάλητων
αιτιατική ακουβάλητους ακουβάλητες ακουβάλητα
κλητική ακουβάλητοι ακουβάλητες ακουβάλητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακουβάλητος < α- + κουβαλώ + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακουβάλητος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]