Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακουιτανικά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα ακουιτανικά
      γενική των ακουιτανικών
    αιτιατική τα ακουιτανικά
     κλητική ακουιτανικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ακουιτανικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ακουιτανικός στον πληθυντικό < Ακουιτανία
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ακουιτανικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • κωδικός γλώσσας: xaq

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ακουιτανικά