ακουιτανικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | ακουιτανικά | ||
| γενική | των | ακουιτανικών | ||
| αιτιατική | τα | ακουιτανικά | ||
| κλητική | ακουιτανικά | |||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ακουιτανικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ακουιτανικός στον πληθυντικό < Ακουιτανία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ακουιτανικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- η γλώσσα της αρχαίας Ακουιτανίας
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- κωδικός γλώσσας: xaq
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ακουιτανικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακουιτανικός
