ακουμπώντας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακουμπώντας < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ακουμπώντας

  1. καθώς ακουμπώ, με το να ακουμπώ
    ακουμπώντας στο παρελθόν μας, χαιρόμαστε πιο πολύ το παρόν
    ισορροπεί ακουµπώντας µε µια ακµή του σε κεκλιμένο επίπεδο και με μια έδρα του σε κατακόρυφο...
    Με κατηγόρησε ότι έσπασα την πορσελάνη ακουμπώντας την στο τραπέζι! Αν είναι δυνατόν!!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]