ακουστική κιθάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μια ακουστική κιθάρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακουστική κιθάρα < αγγλική acoustic guitar, όρος που επινοήθηκε μετά την εφεύρεση της ηλεκτρικής κιθάρας για να γίνει η αντιδιαστολή με το νέο τύπου ηλεκτρικό όργανο που δεν είχε κοίλο σώμα

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ακουστική κιθάρα θηλυκό

  1. η κιθάρα που παράγει τον ήχο της με το ηχείο της και όχι με ηλεκτρικά μέσα
  2. (ειδικότερα) κιθάρα με κοίλο σώμα και συρμάτινες χορδές, κατάλληλη για συνοδεία τραγουδιών, πχ μπλουζ ή ροκ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]