Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακούσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ακούσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
  2. θα ακούσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακούω