Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακράκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακράκι τα ακράκια
      γενική
    αιτιατική το ακράκι τα ακράκια
     κλητική ακράκι ακράκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ακράκι < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ακράκι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]